Διαφημιστείτε εδώ

«Ανασεισίφαλλος και πηθικαλώπηξ»: Τις βρισιές των αρχαίων Ελλήνων τις καταλαβαίνει μόνο ο Ζουράρις

Ποιος δε θυμάται τους απολαυστικούς διαλόγους-διαξιφισμούς ανάμεσα στον Κώστα Ζουράρι και τους Κακαουνάκη, Βέλτσο ή ακόμα και τον Άδωνη Γεωργιάδη στις εκπομπές του Γιώργου Μητσικώστα;

Πάντα κατέληγαν σε επικούς καβγάδες με τους σεναριογράφους του ταλαντούχου μίμου να ανακαλύπτουν τις πιο σπάνιες και άγνωστες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά για να χρησιμοποιήσει ο πρώην βουλευτής ως βρισιές προς τους αντιπάλους του στα τηλεοπτικά παράθυρα.

 

Οι διάλογοι πραγματικά έβγαζαν αβίαστο γέλιο, πολλές φορές όμως χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λένε μεταξύ τους οι τηλεσχολιαστές, ειδικότερα όμως δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε, με απόλυτη φυσικότητα ο Κώστας Ζουράρις προσπαθώντας να προσβάλλει τον άνθρωπο με τον οποίο διαφωνούσε.

Οι διάλογοι αυτοί δεν ξέφευγαν πολύ από τον τρόπο που μιλάει πραγματικά ο πρώην βουλευτής των ΑΝΕΛ αφού πολύ θα θυμούνται κάποιες από τις τοποθετήσεις του στη Βουλή, την εποχή των μνημονίων, στις οποίες καταφερόταν εναντίον του Βόλφραγκ Σόιμπλε και της Άγκελα Μέρκελ αναφέροντας χαρακτηριστικά:

«Πρόκειται περί ληστρικού κράτους. Και βεβαίως, υπενθυμίζω ότι μας έχουν πρήξει τα μέζεα του στεατοπυγικού μας υποσυστήματος οι Γερμανοί ότι τα κράτη έχουν συνέχεια».

Τι θα πρέπει να κάνεις όμως εσύ, αγαπημένε αναγνώστη για να μη νοιώσεις ότι χάνεις το νόημα των ευφυών αυτών βρισιών και προσβολών; Πώς θα μπορέσεις να καταλαβαίνεις κάποιες από τις πιο σημαντικές και διάσημες αρχαίες βρισιές;

Στο βιβλίο του Μάριου Βερέττα, «Τα βρωμόλογα των αρχαίων Ελλήνων», καταγράφονται μεταξύ άλλων κάποιες από τις πιο διαδεδομένες αρχαίες βρισιές:

ΑΒΡΟΒΑΤΗΣ: θηλυπρεπής άνδρας με γυναικείο βάδισμα [αβροβάτης = αβρός(τρυφερός) + βαίνω (προχωρώ, εισέρχομαι)

ΑΝΑΣΕΙΣΙΦΑΛΛΟΣ: φιλήδονη γυναίκα που πιάνει και κουνάει τον φαλλό [ανασεισίφαλλος = ανασείω + φαλλός]

ΒΔΕΩ: πέρδομαι [βδέω = βρωμάω]

ΓΛΩΤΤΟΔΕΨΕΩ: κάνω μαλάξεις με τη γλώσσα

ΓΟΓΓΥΛΗ: βυζί / στήθος [γογγύλη = ολοστρόγγυλη]

ΓΥΝΑΙΚΟΠΙΠΗΣ: μπανιστιρτζής [ γυναικοπίπης = γυναίκα + οπιπτεύω]

ΔΡΟΜΑΣ: πόρνη του δρόμου [δρομάς = δρόμος]

ΕΣΧΑΡΑ: γυναικείο αιδοίο [εσχάρα = από το ρήμα ίσχω (εμποδίζω)]

ΕΥΠΥΓΟΣ: γυναίκα με ωραία οπίσθια [εύπυγος = ευ + πυγή ]

ΚΑΣΣΩΡΙΣ: πόρνη [κασσωρίς = από το κάσις (αδελφός, εταίρος)]

ΜΥΖΟΥΡΙΣ: γυναίκα που βυζαίνει πέος [μύζουρις = μυζάω + ουρά (πέος)]

ΠΗΘΙΚΑΛΩΠΗΞ: άνθρωπος πανούργος [πιθηκαλώπηξ = πίθηκος = αλώπηξ]

ΠΟΣΘΩΝ: άνδρας με μεγάλο πέος [πόσθων = από το πόσθη(πέος)]

ΡΩΠΟΠΕΡΠΕΡΗΘΡΑΣ: άνδρας που εκστομίζει ακατάπαυστα χαζομάρες [ρωποπερπερήθρας = ρώπος(φτηνόπραγμα) + πέρπερος (φλυαρία)]

ΗΔΟΝΟΘΗΚΗ: το αιδοίο

ΚΥΝΤΕΡΟΣ: ο αναίσχυντος, ο κοπρίτης [> κύων]

ΚΙΝΟΥΡΗΣ: αυτός που περπατά επιδεικνύοντας τα γεννητικά του όργανα [κίνουρης = κινέω + ουρά]

ΛΕΧΡΙΟΣ: [ > λέχριος (λεχρίτης)]

ΛΥΔΙΑ: η πόρνη στην ρωμαϊκή εποχή, επειδή συνήθως ήταν από την ομώνυμη περιοχή της Μικρασίας οι πόρνες πολυτελείας.

ΛΟΧΜΗ: το τριχωτό αιδοίο [> λόχμη (θάμνος)]

ΣΠΟΔΗΡΙΛΑΥΡΑ: αυτός που τρώει κόπρανα [σποδή (καταβροχθίζω) + λαύρα (απόπατος)]

ΧΑΛΚΙΔΙΤΙΣ: η πολύ φτηνή πόρνη, αυτή που εκδίδεται για ένα χάλκινο νόμισμα.

πηγή: menshouse.gr

Exit mobile version