Ναρκωτικά στη Δυτική Αττική: Το καρτέλ που δούλευε όπως οι ναρκέμποροι της Λατινικής Αμερικής

Πώς οι διωκτικές αρχές έφτασαν στα ίχνη του καρτέλ με τους πελάτες της υψηλής κοινωνίας – Ο αρχηγός, οι γυναίκες-φρουροί, το «βαθύ λαρύγγι», οι κρύπτες, ο σκουπιδοφάγος των ναρκωτικών, οι μετακομίσεις  από τα τσαντίρια σε σπίτια αλά Bollywood και τα «καλιαρντά» της κόκας.


Ηταν το λεγόμενο καρτέλ της Δυτικής Αττικής. Μια τσιγγάνικη συμμορία με πολλά πλοκάμια που ξεκίνησε σαν συνοικιακό ψιλικατζίδικο ναρκωτικών για να μεταλλαχθεί σε σούπερ μάρκετ κοκαΐνης με πελατολόγιο από όλη την Αθήνα, ανάμεσά τους και πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας που επικοινωνούσαν συνωμοτικά με πακιστανικά τηλέφωνα και έστελναν υπαλλήλους για να ψωνίσουν τις «λευκές γραμμές» τους. Τα κέρδη από το εμπόριο της κόκας και άλλων ναρκωτικών ανέρχονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τους τελευταίους μήνες, πολλά από τα οποία βρέθηκαν καταχωνιασμένα σε σκοτεινές κρύπτες διαμερισμάτων και σε καμουφλαρισμένα χρηματοκιβώτια.

Μέσα από τη δικογραφία που παρουσιάζει το «ΘΕΜΑ» ξεδιπλώνεται όλο το τσιγγάνικο καρτέλ. Στην πολυεπίπεδη εγκληματική οργάνωση συμμετείχαν δεκάδες στελέχη, μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί 21 άτομα, για 16 εκ των οποίων σχηματίστηκε δικογραφία, ενώ όλοι τους είχαν ασπαστεί την αισθητική του Bollywood με «φορτωμένα» σπίτια στα όρια του κιτς, σπορ αυτοκίνητα και ακριβά ρούχα. Για τα παιδιά τους πολλοί είχαν μεριμνήσει να τα στείλουν για σπουδές στο εξωτερικό, ενώ κανείς τους δεν διέμενε στις «φαβέλες» των δυτικών προαστίων, καθώς είχαν μετακομίσει σε άλλες περιοχές μακριά από τους τσιγγάνικους καταυλισμούς.

Το κύκλωμα είχε καταφέρει, δε, να βρει άκρες στην Ολλανδία για να ψωνίζει χονδρική την κοκαΐνη. Μόλις λοιπόν η «λευκή κυρία» έφτανε από τη Χώρα της Τουλίπας, την «έσπαγαν» και την έριχναν στην αγορά πουλώντας είτε 1 γραμμάριο, είτε μεγαλύτερες ποσότητες που ξεκινούσαν από τα 80 ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ζήτηση ήταν τόσο μεγάλη που το καρτέλ λειτουργούσε όλο το 24ωρο και διέθετε «μαγκινά», όπως κωδικοποιημένα αποκαλούσαν την κοκαΐνη, σε διάφορα σπίτια της Αττικής, που στη γλώσσα τους τα ονόμαζαν «μαγαζιά». Μάλιστα, η τσιγγάνικη ομάδα είχε άρωμα γυναίκας, αφού μία είχε γυναίκα security και άλλες δύο ήταν υπεύθυνες για το ταμείο της οργάνωσης.

Η Αντζι και η Φαμπιόλα

Στα τέλη του καλοκαιριού στα γραφεία της Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας Αττικής εμφανίζεται ένα άτομο που αποδείχθηκε το «βαθύ λαρύγγι» δίνοντας σημαντικές πληροφορίες για να καταφέρουν οι αστυνομικοί να «ξεδοντιάσουν» το καρτέλ. Οπως κατέθεσε αστυνομικός, «στις αρχές Σεπτεμβρίου ήρθε η πληροφορία από άτομο το οποίο θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, επικαλούμενο φόβο για τη σωματική του ακεραιότητα ακόμα και κίνδυνο για την ίδια του τη ζωή, σύμφωνα με την οποία ημεδαπός (σ.σ.: ανέφερε το όνομά του και το κινητό του τηλέφωνο) δραστηριοποιείται στην εισαγωγή σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης από την Ολλανδία και στην περαιτέρω διακίνηση της στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Η πληροφορία ανέφερε ότι η κοκαΐνη πωλείται 60-80 ευρώ το γραμμάριο. Αρχικά από την τεχνική επιτήρηση προέκυψε ότι ο αριθμός ανήκε σε έναν Πακιστανό αλλά χρησιμοποιούνταν από έναν Ελληνα».

Ο μεγάλος αρχηγός ήταν ένας 38χρονος τσιγγάνος που έμενε στους Αγίους Αναργύρους και είχε στήσει ολόκληρο δίκτυο για να σπρώχνει ναρκωτικά και να τσεπώνει εκατομμύρια. Ηταν μάλιστα τόσο προσεκτικός που ελάμβανε πάντοτε μέτρα αντιπαρακολούθησης, με χαρακτηριστικό το σκηνικό που εκτυλίχθηκε ανήμερα την επέτειο του Πολυτεχνείου, για το οποίο ο αστυνομικός που τον παρακολουθούσε αναφέρει στην κατάθεσή του: «Τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου, ο αρχηγός προσήχθη στο Α.Τ. Πετρούπολης για επεισόδιο που είχε με την πρώην σύζυγο του. Κατόπιν τούτου όταν αφέθηκε ελεύθερος, στις 11 το πρωί της ίδιας ημέρας, τηλεφώνησε στην Αντζι (σ.σ.: ήταν η γυναίκα security των ναρκωτικών. Επικεφαλής δηλαδή μιας ομάδας που φύλαγε τις ποσότητες κοκαΐνης) και της είπε: “Ξύπνα τον Χρήστο να μαζέψει ο,τι υπάρχει εκεί πέρα. Τα δικά μου, τα δικά του, όλα” και η Αντζι τον ρώτησε “Γιατί”. Τότε ο αρχηγός της είπε: “Ξύπνα! Eλα… Μας έχει βγάλει από τις κάμερες και με εκβιάζει. Ξύπνα τον Χρήστο να μαζέψει τα δικά του, τα δικά μου και να τα βάλει στο κόκκινο αμάξι, πες του. Τώρα όμως. Τώρα! Να είναι καθαρό το σπίτι. Να μην έχει τίποτα εκεί” εννοώντας ότι ο υπαρχηγός και η υπεύθυνη ασφαλείας των ναρκωτικών θα έπρεπε να απομακρύνουν τις ναρκωτικές ουσίες από το σπίτι του στους Αγίους Αναργύρους και να τις αποθηκεύσουν σε ένα κόκκινο Nissan Micra το οποίο ήταν μόνιμα σταθμευμένο έξω από το σπίτι του».

Ο αρχηγός, αφού προμηθευόταν κοκαΐνη από την Ολλανδία, ακολουθούσε μια συγκεκριμένη διαδικασία προκειμένου αυτή να νοθευτεί και να καταλήξει στους χρήστες. Oλοι είχαν έναν ρόλο. Ο αρχηγός είχε «διορίσει» υπαρχηγό έναν 30χρονο Ρομά που του εμπιστευόταν τα πάντα, την Aντζι ως security της κόκας, έναν υπεύθυνο πελατολογίου που τσέκαρε τους αγοραστές και τους κατέγραφε προκειμένου να ξέρουν τις ταυτότηtές τους, ενώ το ταμείο το κράταγαν η Δέσποινα και η Φαμπιόλα.

Τα «μαγαζιά» και ο «μπάτλερ»

Το σπίτι του αρχηγού στους Αγίους Αναργύρους ήταν το στρατηγείο του καρτέλ και λίγοι είχαν πρόσβαση σε αυτό. Σε ειδικές κρύπτες υπήρχαν μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης που έφταναν από την Ολλανδία, τα χρήματα και οι ζυγαριές. Είναι χαρακτηριστικό ότι συνολικά οι αστυνομικοί κατέσχεσαν σχεδόν δύο κιλά καθαρής κόκας, ένα κιλό κάνναβης, σχεδόν 2.000 δισκία ecstasy, 300 χάπια, ενώ σε τρία χρηματοκιβώτια βρέθηκαν περισσότερα από 200.000 ευρώ και ένας μετρητής χαρτονομισμάτων.

Τα «μαγαζιά», όπως αποκαλούσαν τα σημεία πώλησης, ήταν σε διάφορα μέρη, όμως το «κεντρικό κατάστημα» ήταν στην Αγία Βαρβάρα.

«Ηταν ένα ισόγειο διαμέρισμα, διώροφης οικίας. Εκεί τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης εγκατέστησαν σύστημα βιντεοεπιτήρησης, τοποθετώντας κάμερες στην κύρια είσοδο, καθώς επίσης και εντός διαμερίσματος, επιτηρώντας σε πραγματικό χρόνο τις αφίξεις – αναχωρήσεις των πελατών τους, ενώ είχαν τοποθετήσει και σκουπιδοφάγο εντός του διαμερίσματος προκειμένου να μπορούν να απορρίψουν τα ναρκωτικά σε επικείμενο έλεγχο των αστυνομικών αρχών. Επίσης προέκυψε ότι εντός του διαμερίσματος αυτού διέμενε και ο επονομαζόμενος “Μπάτλερ”, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για να παρακολουθεί τις κάμερες και να ανοίγει την πόρτα όταν εισέρχονταν σε αυτό πελάτες», αναφέρει στην κατάθεσή του αστυνομικός.

Οπως προέκυψε, στο κεντρικό κατάστημα του καρτέλ υπήρχε ειδικός χώρος όπου γινόταν η νόθευση της κοκαΐνης και στη συνέχεια ο «μπάτλερ» κρατούσε μόνο τις ημερήσιες ποσότητες προς πώληση και τις υπόλοιπες τις μετέφερε σε ειδικές κρύπτες στο στρατηγείο της οργάνωσης. Εκεί έγινε και η μεγάλη επιχείρηση της Αστυνομίας τα ξημερώματα της περασμένης Τετάρτης. Ο αστυνομικός επικεφαλής της επιχείρησης αναφέρει: «Μεταβήκαμε στους Αγίους Αναργύρους όπου διέμεναν ο αρχηγός, ο υπαρχηγός και η υπεύθυνη φύλαξης των ναρκωτικών. Γύρω στις 6 εισήλθαμε στην οικία με συνδρομή ομάδας ΕΚΑΜ και παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής προβήκαμε σε νομότυπη έρευνα σε όλους τους χώρους. Εκεί βρήκαμε σε ειδικές κρύπτες μια ορθογώνια παραλληλόγραμμη συσκευασία περιτυλιγμένη με καφέ κολλητική ταινία περιέχουσα κοκαΐνη 1.185 γραμμαρίων, μία νάυλον συσκευασία με κοκαΐνη 500 γραμμαρίων, 7 νάυλον συσκευασίες με κοκαΐνη 133 γραμμαρίων. μία πλαστικοποιημένη συσκευασία με ακατέργαστη κάνναβη 1.000 γραμμαρίων, 1.834 δισκία ecstasy, πιστόλι κρότου, taser και μετρητή χαρτονομισμάτων».

Μετά τη σύλληψή τους τόσο ο αρχηγός όσο και τα υπόλοιπα στελέχη του καρτέλ, έμπειροι πλέον από τα πάρε-δώσε με τον νόμο, κράτησαν το στόμα τους ερμητικά κλειστό. Δεν θέλησαν να πουν τίποτα ακολουθώντας μια συγκεκριμένη υπερασπιστική γραμμή για να πέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο στα μαλακά.

Η γλώσσα του καρτέλ

Πολλά από τα μέλη του καρτέλ είχαν παρελθόν με τις Αρχές και γνώριζαν ότι οι αστυνομικοί ενδεχομένως να τους έχουν παγιδέψει τα τηλέφωνα για να παρακολουθούν τα σχέδιά τους. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούσαν τις εφαρμογές Viber, WhatsApp, Messenger αλλά και πακιστανικά κινητά, δηλαδή κάρτες SIM που αντιστοιχούσαν σε ταλαίπωρους αλλοδαπούς που χρησιμοποιούσαν τα στοιχεία τους για να αγοράζουν συνδέσεις. Μάλιστα είχαν και δική τους γλώσσα για να συνεννοούνται προκειμένου, όπως πιστεύαν, να μην τους καταλαβαίνουν οι αστυνομικοί. Για παράδειγμα, «μαγκινά» έλεγαν τα ναρκωτικά. «Ωμό» την κοκαΐνη σε μορφή σκόνης, «τσουραλέ» τους αστυνομικούς, «τιμολόγια» τα λεφτά, «test drive» τη δοκιμή κοκαΐνης, «μαγαζιά» τα σημεία όπου πουλούσαν τα ναρκωτικά, «μισό κιβώτιο» το μισό κιλό κοκαΐνης, ενώ όλοι τους είχαν και ένα ψευδώνυμο: «Παπαστρούμφ», «Πόνυ», «Μπάτλερ», «Παππούς», «24ωρος» κ.λ.π.

Οι δικηγόροι του ενός εκ των συλληφθέντων Ιωάννης Γλύκας και Αθηνά Χαρβαλάκου τονίζουν στο «ΘΕΜΑ» ότι «μια δικογραφία σοβαρή αλλά όχι δεμένη θα απασχολήσει τις επόμενες ημέρες τις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές. Με την πρώτη ματιά διαπιστώνει κανείς την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν την έννοια της εγκληματικής οργάνωσης. Ο εντολέας μας δηλώνει αθώος και όσο εμβαθύνουμε στη δικογραφία διαπιστώνουμε ότι το υποστηρίζει ευπρόσωπα».

Πηγή : protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here